καθυπονοέω

καθυπο-νοέω,
A suspect, c. acc. etinf., PRyl.127.15 (i A.D.); harbour suspicions,

εἴς τινα POxy.1465.7

(i B.C.): c. acc., Iamb.Myst.5.10: abs., Procl. in Prm.p.586 S.
II form a vague conception of, τῷ γνωστῷ τὸ ἄγνωστον κ. Dam.Pr.29: c. acc. et inf., suppose, Sor.2.64; perceive, understand,

πρὸς τίνος ἂν μάλιστα σῴζοιντο Phld.Rh.2.18

S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπονοεῖ — καθυπονοέω suspect pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καθυπονοέω suspect pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοοῦμεν — καθυπονοέω suspect pres ind act 1st pl (attic epic doric) καθυπονοέω suspect imperf ind act 1st pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοήσαντα — καθυπονοέω suspect aor part act neut nom/voc/acc pl καθυπονοέω suspect aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοεῖν — καθυπονοέω suspect pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοεῖς — καθυπονοέω suspect pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοεῖσθαι — καθυπονοέω suspect pres inf mp (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπονοῶν — καθυπονοέω suspect pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.